to respot
Pronunciation
/ɹɪspˈɑːt/

Ορισμός και σημασία του "respot"στα αγγλικά

to respot
01

επανατοποθετώ, επιστρέφω στην αρχική θέση

(bowling) to place a pin back in its original position after it has been knocked down or moved
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
respot
γ΄ ενικό πρόσωπο
respots
ενεστώτα μετοχή
respoting
απλός αόριστος
respoted
παθητική μετοχή
respoted
Παραδείγματα
It is important to correctly respot the pins for a fair game.
Είναι σημαντικό να τοποθετείτε σωστά τις καρφίτσες για ένα δίκαιο παιχνίδι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store