Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to respot
01
επανατοποθετώ, επιστρέφω στην αρχική θέση
(bowling) to place a pin back in its original position after it has been knocked down or moved
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
respot
γ΄ ενικό πρόσωπο
respots
ενεστώτα μετοχή
respoting
απλός αόριστος
respoted
παθητική μετοχή
respoted
Παραδείγματα
The pinsetter will respot the pin that was incorrectly placed.
Ο ανατοποθετητής κορύνων θα επανατοποθετήσει την κόρυνα που είχε τοποθετηθεί λανθασμένα.
Λεξικό Δέντρο
respot
spot



























