Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pinch hit
01
αντικαταστάτης χτυπήματος, pinch hit
a hit by a backup batter in baseball
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
pinch hits
Παραδείγματα
The coach called for a pinch hit to shake things up in the lineup.
Ο προπονητής ζήτησε ένα αντικαταστάτη χτύπημα για να ανακατέψει τη σύνθεση.
to pinch hit
01
αναπληρώνω, υποκαθιστώ
to step in and take someone else's place, especially in an important or unexpected situation
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
ενεστώτας
pinch hit
γ΄ ενικό πρόσωπο
pinch hits
ενεστώτα μετοχή
pinch hitting
απλός αόριστος
pinch hit
παθητική μετοχή
pinch hit
Παραδείγματα
When the professor got sick, his assistant had to pinch hit and give the lecture.
Όταν ο καθηγητής αρρώστησε, ο βοηθός του έπρεπε να αναλάβει και να δώσει τη διάλεξη.



























