Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Pinch hit
01
αντικαταστάτης χτυπήματος, pinch hit
a hit by a backup batter in baseball
Παραδείγματα
The pinch hit sparked a rally that led to a comeback victory.
Το αντικαταστάτη χτύπημα πυροδότησε μια αναζωπύρωση που οδήγησε σε μια νίκη επιστροφής.
to pinch hit
01
αναπληρώνω, υποκαθιστώ
to step in and take someone else's place, especially in an important or unexpected situation
Παραδείγματα
She was n’t supposed to speak, but she had to pinch hit for her absent colleague.
Δεν έπρεπε να μιλήσει, αλλά έπρεπε να αντικαταστήσει τον απών συνάδελφό της.



























