Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Shotmaking
01
η ακρίβεια στο σουτ, η τέχνη του σουτ
the skill of making accurate or successful shots in sports like golf, tennis, or basketball
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She impressed everyone with her precise shotmaking in the basketball game.
Εντυπωσίασε όλους με την ακριβή σουτάρισή της στο παιχνίδι μπάσκετ.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
shotmaking
shot
making



























