braggart
Pronunciation
/bɹˈæɡɑːɹt/

Ορισμός και σημασία του "braggart"στα αγγλικά

01

κομπαστής, φαφλατάς

a person who is always showing off the things they have in a way that may come across as annoying or exaggerated
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
braggarts
Παραδείγματα
She felt frustrated dealing with the braggart who kept flaunting his achievements.
Αισθάνθηκε απογοητευμένη να αντιμετωπίζει τον καυχησιάρη που συνέχιζε να επιδεικνύει τα επιτεύγματά του.
01

κομπαστικός, αλαζονικός

showing arrogant behavior through boastful speech or conduct
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most braggart
συγκριτικός βαθμός
more braggart
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Their braggart behavior masked deep insecurity.
Η κομπαστική συμπεριφορά τους έκρυβε μια βαθιά ανασφάλεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store