Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Homeschooling
01
εκπαίδευση στο σπίτι, σχολείο στο σπίτι
an educational approach where parents or guardians choose to educate their children at home rather than sending them to a traditional school
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Homeschooling allows families to tailor education to meet their child's specific needs and interests.
Η εκπαίδευση στο σπίτι επιτρέπει στις οικογένειες να προσαρμόσουν την εκπαίδευση για να ανταποκρίνονται στις συγκεκριμένες ανάγκες και ενδιαφέροντα του παιδιού τους.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
homeschooling
home
schooling



























