Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to sniff round
01
ψάχνω, μυρίζομαι γύρω
to attempt to learn new or secret piece of information about something or someone
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
round
βασικό ρήμα
sniff
ενεστώτας
sniff round
γ΄ ενικό πρόσωπο
sniffs round
ενεστώτα μετοχή
sniffing round
απλός αόριστος
sniffed round
παθητική μετοχή
sniffed round
Παραδείγματα
He was sniffing round town looking for anyone who knew her.
Μύριζε γύρω από την πόλη ψάχνοντας για κάποιον που την ήξερε.
02
περιστρεφόμαι γύρω, φλερτάρω
to attempt to pursue someone as a romantic or professional interest
ανεπίσημο
Παραδείγματα
He was sniffing round her all afternoon.
Περιφερόταν γύρω της όλο το απόγευμα.



























