empty nest
emp
ˈɛmp
emp
ty
ti
ti
nest
nɛst
nest

Ορισμός και σημασία του "empty nest"στα αγγλικά

01

άδεια φωλιά, άδειο σπίτι

a stage in a family's life when the children have grown up and left home, leaving the parents living alone 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
empty nests
Παραδείγματα
After their youngest child moved out for college, the couple experienced the quiet of an empty nest for the first time in decades. 

Αφού το μικρότερο παιδί τους μετακόμισε για το πανεπιστήμιο, το ζευγάρι γνώρισε την ησυχία ενός άδειου σπιτιού για πρώτη φορά σε δεκαετίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store