Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Empty nest
01
άδεια φωλιά, άδειο σπίτι
a stage in a family's life when the children have grown up and left home, leaving the parents living alone
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
empty nests
Παραδείγματα
The empty nest brought a sense of freedom and newfound independence to the parents, who now had more time to pursue their own interests.
Η άδεια φωλιά έφερε μια αίσθηση ελευθερίας και νέας ανεξαρτησίας στους γονείς, οι οποίοι τώρα είχαν περισσότερο χρόνο να ακολουθήσουν τα δικά τους ενδιαφέροντα.



























