Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to flash by
01
περνώ σαν αστραπή, πετάγομαι
(of time, day, etc.) to swiftly pass, often in a sudden manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
by
βασικό ρήμα
flash
ενεστώτας
flash by
γ΄ ενικό πρόσωπο
flashes by
ενεστώτα μετοχή
flashing by
απλός αόριστος
flashed by
παθητική μετοχή
flashed by
Παραδείγματα
The weekend seemed to flash by in the blink of an eye.
Το σαββατοκύριακο φαινόταν να περνάει σαν αστραπή σε μια στιγμή.
02
περνώ σαν αστραπή, ξεπετάγομαι
to move so quickly that one cannot properly see the thing or person moving
Παραδείγματα
The car flashed by so quickly that I barely caught a glimpse of its color.
Το αυτοκίνητο πέρασε τόσο γρήγορα που μόλις και μετά βίας είδα το χρώμα του.



























