to worry at
wo
ˈwʌ
va
rry
ri
ri
at
æt
āt

Ορισμός και σημασία του "worry at"στα αγγλικά

to worry at
01

ροκανίζω, τραβώ

to constantly shake or bite something, often with a pulling motion 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
worry
ενεστώτας
worry at
γ΄ ενικό πρόσωπο
worries at
ενεστώτα μετοχή
worrying at
απλός αόριστος
worried at
παθητική μετοχή
worried at
Παραδείγματα
The dog worried at the bone, trying to break it into smaller pieces. 

Ο σκύλος ροχάλιζε το κόκαλο, προσπαθώντας να το σπάσει σε μικρότερα κομμάτια.

02

σπαζω το κεφάλι μου, ασχολούμαι επίμονα

to attempt to solve a problem through extensive thought and consideration 
Παραδείγματα
She worried at the math problem for hours until she finally found a solution. 

Ανησυχούσε για το μαθηματικό πρόβλημα για ώρες μέχρι που βρήκε τελικά μια λύση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store