Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to worry at
[phrase form: worry]
01
ροκανίζω, τραβώ
to constantly shake or bite something, often with a pulling motion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
at
βασικό ρήμα
worry
ενεστώτας
worry at
γ΄ ενικό πρόσωπο
worries at
ενεστώτα μετοχή
worrying at
απλός αόριστος
worried at
παθητική μετοχή
worried at
Παραδείγματα
The puppy worried at the stick, trying to retrieve it from under the furniture.
Το κουτάβι έτρωγε το ραβδί, προσπαθώντας να το ανακτήσει από κάτω από τα έπιπλα.
02
σπαζω το κεφάλι μου, ασχολούμαι επίμονα
to attempt to solve a problem through extensive thought and consideration
Παραδείγματα
Despite the challenge, she persisted in worrying at the problem until she discovered a breakthrough solution.
Παρά την πρόκληση, επέμεινε να ανησυχεί για το πρόβλημα μέχρι που ανακάλυψε μια καινοτόμα λύση.



























