Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to worry
01
ανησυχώ, αγχώνομαι
to feel upset and nervous because we think about bad things that might happen to us or our problems
Intransitive: to worry | to worry about sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
worry
γ΄ ενικό πρόσωπο
worries
ενεστώτα μετοχή
worrying
απλός αόριστος
worried
παθητική μετοχή
worried
Παραδείγματα
She tends to worry about upcoming exams.
Τείνει να ανησυχεί για τις επερχόμενες εξετάσεις.
02
ενοχλώ, προκαλώ ενόχληση
to bother or irritate someone repeatedly
Transitive: to worry sb
Παραδείγματα
The dripping faucet worried him as he tried to focus on his work.
Η στάλα που έσταζε τον ανησυχούσε καθώς προσπαθούσε να συγκεντρωθεί στη δουλειά του.
03
ροκανίζω, μασάω
to chew, pull, or shake something with the teeth, often aggressively or persistently
Transitive: to worry sth
Παραδείγματα
The dog worried the old shoe until it was in shreds.
Ο σκύλος έμαση το παλιό παπούτσι μέχρι που έγινε κομμάτια.
04
παίζω νευρικά, κουνάω αγχωτικά
to handle or move something over and over, often in a way that shows anxiety or distraction
Transitive: to worry sth
Παραδείγματα
He worried the pen in his hand while waiting for the results.
Αγχώνοντας, παίζει με το στυλό στο χέρι του ενώ περιμένει τα αποτελέσματα.
05
ανησυχώ, ενοχλώ
to cause someone to feel nervous, uneasy, or troubled in their mind
Transitive: to worry sb
Παραδείγματα
She was worried by the thought of losing her job.
Ανησυχούσε με τη σκέψη της απώλειας της δουλειάς της.
Worry
Παραδείγματα
His constant worry about the future kept him up at night.
Η συνεχής ανησυχία του για το μέλλον τον κρατούσε ξύπνιο τη νύχτα.
02
ανησυχία, έγνοια
something that causes concern, fear, or nervousness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
worries
Παραδείγματα
The rising cost of living is a major worry for many families.
Το αυξανόμενο κόστος διαβίωσης είναι μια μεγάλη ανησυχία για πολλές οικογένειες.
Λεξικό Δέντρο
worried
worrier
worriment
worry



























