Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oof
01
Ουφ, Ωχ
used to express discomfort, surprise, dismay, or sympathy for someone else's misfortune
Παραδείγματα
Oof, that loss really hurt the team.
Ουφ, αυτή η απώλεια πραγματικά έβλαψε την ομάδα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ουφ, Ωχ