stoked
stoked
stəʊkt
stewkt
smokedstockedstoned

Ορισμός και σημασία του "stoked"στα αγγλικά

01

ενθουσιασμένος, ευχαριστημένος

feeling extremely excited or enthusiastic about something 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most stoked
συγκριτικός βαθμός
more stoked
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I'm stoked about the upcoming concert; my favorite band is performing! 

Είμαι ενθουσιασμένος για την επερχόμενη συναυλία; το αγαπημένο μου συγκρότημα παίζει!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store