Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
excepting
01
εκτός, με εξαίρεση
excluding; with the exception of
Παραδείγματα
She has everything excepting happiness.
Έχει τα πάντα εκτός από ευτυχία.
Λεξικό Δέντρο
excepting
except
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
εκτός, με εξαίρεση
Λεξικό Δέντρο