ickle
i
ˈaɪ
αι
ckle
kəl
καλ
/ˈaɪkəl/

Ορισμός και σημασία του "ickle"στα αγγλικά

01

πολύ μικρό, μικρούτσικο

very tiny in size
Approving
Informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ickle
συγκριτικός βαθμός
more ickle
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The fairy tale featured an ickle fairy who lived in a mushroom house.
Το παραμύθι περιελάμβανε μια μικρούλα νεράιδα που ζούσε σε ένα σπίτι μανιτάρι.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store