Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ickle
01
πολύ μικρό, μικρούτσικο
very tiny in size
επιδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ickle
συγκριτικός βαθμός
more ickle
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The ickle puppy snuggled into its bed, looking adorable and tiny.
Το μικρούλι κουταβάκι κουλουριάστηκε στο κρεβάτι του, φαινόμενο αξιολάτρευτο και μικρούλι.



























