Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Iciness
01
ψύχος, παγωνιά
coldness due to a cold environment
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
icinesses
02
ψυχρότητα, παγωμένη στάση
a cold, distant, or unfriendly manner characterized by a lack of warmth or emotion
Παραδείγματα
Despite her attempts at friendliness, there was an underlying iciness in her demeanor that made others feel uncomfortable.
Παρά τις προσπάθειές της για φιλικότητα, υπήρχε μια υποκείμενη ψυχρότητα στη συμπεριφορά της που έκανε τους άλλους να αισθάνονται άβολα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
iciness
icy



























