Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to facepalm
01
καλύπτω το πρόσωπο με το χέρι, facepalm
to cover one's face with one's hand, particularly the palm, often as an expression of frustration, embarrassment, or disbelief
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
facepalm
γ΄ ενικό πρόσωπο
facepalms
ενεστώτα μετοχή
facepalming
απλός αόριστος
facepalmed
παθητική μετοχή
facepalmed
Παραδείγματα
In response to the absurd statement, the audience collectively facepalmed, unable to believe what they had just heard.
Σε απάντηση της παράλογης δήλωσης, το κοινό συλλογικά έβαλε τα χέρια στο πρόσωπο, μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που μόλις είχε ακούσει.
Λεξικό Δέντρο
facepalm
face
palm



























