to facepalm
Pronunciation
/fˈeɪspɑːm/

Ορισμός και σημασία του "facepalm"στα αγγλικά

to facepalm
01

καλύπτω το πρόσωπο με το χέρι, facepalm

to cover one's face with one's hand, particularly the palm, often as an expression of frustration, embarrassment, or disbelief
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
facepalm
γ΄ ενικό πρόσωπο
facepalms
ενεστώτα μετοχή
facepalming
απλός αόριστος
facepalmed
παθητική μετοχή
facepalmed
Παραδείγματα
He facepalmed in response to his friend's inappropriate joke.
Έκλεισε το πρόσωπό του με το χέρι του ως απάντηση στο απρεπές αστείο του φίλου του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store