Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to facepalm
01
καλύπτω το πρόσωπο με το χέρι, facepalm
to cover one's face with one's hand, particularly the palm, often as an expression of frustration, embarrassment, or disbelief
slang
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
facepalm
γ΄ ενικό πρόσωπο
facepalms
ενεστώτα μετοχή
facepalming
απλός αόριστος
facepalmed
παθητική μετοχή
facepalmed
Παραδείγματα
He facepalmed in response to his friend's inappropriate joke.
Έκλεισε το πρόσωπό του με το χέρι του ως απάντηση στο απρεπές αστείο του φίλου του.
Λεξικό Δέντρο
facepalm
face
palm



























