Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
parching
01
αφυδατωτικός, καυστικός
becoming dried, often due to intense heat or a lack of moisture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most parching
συγκριτικός βαθμός
more parching
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Even the hardiest plants struggled to survive the parching climate, with only a few cacti and succulents managing to thrive.
Ακόμα και τα πιο ανθεκτικά φυτά δυσκολεύτηκαν να επιβιώσουν στο αποξηραντικό κλίμα, με μόνο λίγους κάκτους και παχύφυτα να καταφέρνουν να ευδοκιμήσουν.
Λεξικό Δέντρο
parching
parch



























