parching
par
ˈpɑ:
πα
ching
ʧɪng
τσινγκ
patchingparceling

Ορισμός και σημασία του "parching"στα αγγλικά

01

αφυδατωτικός, καυστικός

becoming dried, often due to intense heat or a lack of moisture 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most parching
συγκριτικός βαθμός
more parching
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
weather, environment, sensation
Παραδείγματα
The parching desert sun quickly dried out any moisture, leaving the landscape cracked and barren. 

Ο καυτός ήλιος της ερήμου ξήρανε γρήγορα κάθε υγρασία, αφήνοντας το τοπίο ραγισμένο και άγονο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

parching
parch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store