well-upholstered
well
ˌwɛl
ουελ
u
ʌ
α
phols
ˈphɒls
πχολσ
tered
təd
ταντ

Ορισμός και σημασία του "well-upholstered"στα αγγλικά

well-upholstered
01

καλά επενδυμένο, γενναιόδωρα ανάλογο

pleasantly plump or generously proportioned in body size 
επιδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most well-upholstered
συγκριτικός βαθμός
more well-upholstered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
body, appearance, description
Παραδείγματα
The well-upholstered gentleman enjoyed his meal, his hearty laugh filling the restaurant with joy. 

Ο καλά επενδυμένος κύριος απολάμβανε το γεύμα του, το γερό γέλιο του γέμιζε το εστιατόριο με χαρά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store