Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
relatedly
01
σχετικά, σε σχέση με αυτό
used to introduce information that is connected to what has just been discussed
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The discussion seamlessly shifted from climate change impacts to relatedly exploring potential conservation measures.
Η συζήτηση μετατοπίστηκε απρόσκοπτα από τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής στην σχετική εξερεύνηση πιθανών μέτρων διατήρησης.
Λεξικό Δέντρο
relatedly
related
relate
rel



























