fluidly
fluid
ˈflu:ɪd
φλουιντ
ly
li
λι
/flˈuːɪdli/

Ορισμός και σημασία του "fluidly"στα αγγλικά

01

ρευστά, ομαλά

in a smooth manner that flows easily
fluidly definition and meaning
Παραδείγματα
The melted chocolate poured fluidly from the pot, forming smooth ribbons as it drizzled over the freshly baked cake.
Η λιωμένη σοκολάτα χύθηκε ρευστοποιημένα από την κατσαρόλα, σχηματίζοντας ομαλές κορδέλες καθώς στάζει πάνω από το φρεσκοψημένο κέικ.

Λεξικό Δέντρο

fluidly
fluid
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store