Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
profit-minded
01
προσανατολισμένος στα κέρδη, ενδιαφερόμενος για οικονομικά κέρδη
interested in making money or achieving financial gains
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most profit-minded
συγκριτικός βαθμός
more profit-minded
διαβαθμίσιμο



























