Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
terrifyingly
01
τρομακτικά, φοβερά
in a manner that causes intense fear, horror, or anxiety
Παραδείγματα
The wild animal roared terrifyingly, sending shivers down the hikers' spines.
Το άγριο ζώο βρυχήθηκε τρομακτικά, προκαλώντας ρίγη στους πεζοπόρους.
Λεξικό Δέντρο
terrifyingly
terrifying
terrify



























