Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to decide on
[phrase form: decide]
01
αποφασίζω για, επιλέγω
to choose a particular option or course of action
Transitive: to decide on an option
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
decide
ενεστώτας
decide on
γ΄ ενικό πρόσωπο
decides on
ενεστώτα μετοχή
deciding on
απλός αόριστος
decided on
παθητική μετοχή
decided on
Παραδείγματα
The committee needed to decide on a date for the upcoming event that suited everyone.
Η επιτροπή έπρεπε να αποφασίσει για μια ημερομηνία για την επερχόμενη εκδήλωση που θα ταίριαζε σε όλους.



























