Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to decide on
01
αποφασίζω για, επιλέγω
to choose a particular option or course of action
Transitive: to decide on an option
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
decide
ενεστώτας
decide on
γ΄ ενικό πρόσωπο
decides on
ενεστώτα μετοχή
deciding on
απλός αόριστος
decided on
παθητική μετοχή
decided on
Παραδείγματα
After much deliberation, they finally decided on the location for the company retreat.
Μετά από πολλή συζήτηση, τελικά αποφάσισαν για τη θέση της εταιρικής υποχώρησης.



























