to decide on
Pronunciation
/dᵻsˈaɪd ˈɑːn/

Ορισμός και σημασία του "decide on"στα αγγλικά

to decide on
01

αποφασίζω για, επιλέγω

to choose a particular option or course of action
Transitive: to decide on an option
to decide on definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
decide
ενεστώτας
decide on
γ΄ ενικό πρόσωπο
decides on
ενεστώτα μετοχή
deciding on
απλός αόριστος
decided on
παθητική μετοχή
decided on
Παραδείγματα
The committee needed to decide on a date for the upcoming event that suited everyone.
Η επιτροπή έπρεπε να αποφασίσει για μια ημερομηνία για την επερχόμενη εκδήλωση που θα ταίριαζε σε όλους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store