to stop by
stop
stɒp
stop
by
baɪ
bai

Ορισμός και σημασία του "stop by"στα αγγλικά

to stop by
01

περάσω, επισκεφτώ

to visit or make a brief stay at a place or with someone 
Intransitive
Transitive: to stop by a place
to stop by definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
by
βασικό ρήμα
stop
ενεστώτας
stop by
γ΄ ενικό πρόσωπο
stops by
ενεστώτα μετοχή
stopping by
απλός αόριστος
stopped by
παθητική μετοχή
stopped by
Παραδείγματα
I'll stop by your house after work to drop off the book. 

Θα περάσω από το σπίτι σου μετά τη δουλειά για να αφήσω το βιβλίο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store