Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stop by
01
περάσω, επισκεφτώ
to visit or make a brief stay at a place or with someone
Intransitive
Transitive: to stop by a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
by
βασικό ρήμα
stop
ενεστώτας
stop by
γ΄ ενικό πρόσωπο
stops by
ενεστώτα μετοχή
stopping by
απλός αόριστος
stopped by
παθητική μετοχή
stopped by
Παραδείγματα
I'll stop by your house after work to drop off the book.
Θα περάσω από το σπίτι σου μετά τη δουλειά για να αφήσω το βιβλίο.



























