Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stop by
01
περάσω, επισκεφτώ
to visit or make a brief stay at a place or with someone
Intransitive
Transitive: to stop by a place
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
by
βασικό ρήμα
stop
ενεστώτας
stop by
γ΄ ενικό πρόσωπο
stops by
ενεστώτα μετοχή
stopping by
απλός αόριστος
stopped by
παθητική μετοχή
stopped by
Παραδείγματα
If you 're in the neighborhood, do n't hesitate to stop by for a chat.
Αν βρίσκεστε στην περιοχή, μην διστάσετε να περάσετε για μια κουβέντα.



























