stop by
stop
stɑ:p
σταπ
by
baɪ
μπαι
/stˈɒp bˈaɪ/

Ορισμός και σημασία του "stop by"στα αγγλικά

to stop by
01

περάσω, επισκεφτώ

to visit or make a brief stay at a place or with someone
Intransitive
Transitive: to stop by a place
to stop by definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κίνησης
ομαλό
χωριστό
μόριο
by
βασικό ρήμα
stop
ενεστώτας
stop by
γ΄ ενικό πρόσωπο
stops by
ενεστώτα μετοχή
stopping by
απλός αόριστος
stopped by
παθητική μετοχή
stopped by
Παραδείγματα
If you 're in the neighborhood, do n't hesitate to stop by for a chat.
Αν βρίσκεστε στην περιοχή, μην διστάσετε να περάσετε για μια κουβέντα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store