to suit up
suit
sju:t
syoot
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "suit up"στα αγγλικά

to suit up
01

ντύνομαι, φοράω στολή

to dress in a specific uniform or attire, often for a particular activity or event 
Intransitive
to suit up definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
up
βασικό ρήμα
suit
ενεστώτας
suit up
γ΄ ενικό πρόσωπο
suits up
ενεστώτα μετοχή
suiting up
απλός αόριστος
suited up
παθητική μετοχή
suited up
Παραδείγματα
Before the important business meeting, he had to suit up in a sharp suit and tie. 

Πριν από τη σημαντική επιχειρηματική συνάντηση, έπρεπε να ντυθεί με μια κομψή στολή και γραβάτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store