Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Nuclear accident
01
πυρηνικό ατύχημα
a situation where radioactive materials are released from a nuclear facility, posing environmental and health dangers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nuclear accidents



























