Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nonserious
01
μη σοβαρός, ασήμαντος
not characterized by seriousness or lacks a significant level of importance
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most nonserious
συγκριτικός βαθμός
more nonserious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They played a nonserious game to pass the time.
Παίξανε ένα μη σοβαρό παιχνίδι για να περάσουν την ώρα.
Λεξικό Δέντρο
nonserious
serious



























