mailshot
mail
meɪl
μειλ
shot
ʃɑt
σατ
/mˈe‌ɪlʃɒt/

Ορισμός και σημασία του "mailshot"στα αγγλικά

01

διαφημιστική αποστολή, mailshot

a promotional message or material sent to a large number of people through the mail
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mailshots
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store