Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mailshot
01
διαφημιστική αποστολή, mailshot
a promotional message or material sent to a large number of people through the mail
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mailshots
Λεξικό Δέντρο
mailshot
shot



























