Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lean manufacturing
01
αδυναμισμένη παραγωγή, αποδοτική κατασκευή
a production methodology aimed at minimizing waste while maximizing productivity and efficiency
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lean manufacturing systems
LanGeek



























