palmtop
palm
ˈpɑ:m
paam
top
ˌtɒp
top

Ορισμός και σημασία του "palmtop"στα αγγλικά

01

παλαμοϋπολογιστής, χειρός υπολογιστής

a small, handheld computer that fits in the palm of one's hand 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
palmrops
Παραδείγματα
The palmtop computer fits easily in the palm of your hand, making it convenient for on-the-go computing. 

Ο υπολογιστής palmtop χωράει εύκολα στην παλάμη του χεριού σας, καθιστώντας τον βολικό για υπολογισμούς εν κινήσει.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

palmtop

palm

+

top

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store