plug and play
plug
plʌg
πλαγκ
and
ən
αν
play
pleɪ
πλει
plug-and-play
PnP

Ορισμός και σημασία του "plug and play"στα αγγλικά

01

συνδέστε και παίξτε, plug and play

a technology that allows devices to be connected to a computer system and used without requiring extensive installation or configuration 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The new printer is plug and play, so you can set it up in minutes without needing any additional software. 

Ο νέος εκτυπωτής είναι plug and play, ώστε να μπορείτε να τον ρυθμίσετε σε λίγα λεπτά χωρίς να χρειάζεστε πρόσθετο λογισμικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store