all-new
all
ɔ:lnju:
awlnyoo
new

Ορισμός και σημασία του "all-new"στα αγγλικά

01

ολοκαίνουργιος, εντελώς καινούργιος

completely new and different in every way, with no parts or aspects carried over from previous versions 
all-new definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most all-new
συγκριτικός βαθμός
more all-new
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
This year’s car model is all-new, with upgraded technology and a fresh look. 

Το μοντέλο αυτοκινήτου φέτος είναι ολοκαίνουργιο, με αναβαθμισμένη τεχνολογία και φρέσκια εμφάνιση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store