immersive
i
ɪ
i
mmer
ˈmɜ:
sive
sɪv
siv

Ορισμός και σημασία του "immersive"στα αγγλικά

01

βυθιστικός, γοητευτικός

drawing someone deeply into an experience or environment 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most immersive
συγκριτικός βαθμός
more immersive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The virtual reality game offered an immersive experience, making players feel like they were inside the game world. 

Το παιχνίδι εικονικής πραγματικότητας προσέφερε μια βυθιστική εμπειρία, κάνοντας τους παίκτες να αισθάνονται σαν να βρίσκονται μέσα στον κόσμο του παιχνιδιού.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store