Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acclaimed
01
αναγνωρισμένος, επικυρωμένος
highly praised or recognized for one's excellence or achievements
Παραδείγματα
He is an acclaimed scientist, known for his groundbreaking research in the field.
Είναι ένας αναγνωρισμένος επιστήμονας, γνωστός για την πρωτοποριακή του έρευνα στον τομέα.
Λεξικό Δέντρο
acclaimed
acclaim



























