Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acclaimed
01
αναγνωρισμένος, επικυρωμένος
highly praised or recognized for one's excellence or achievements
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most acclaimed
συγκριτικός βαθμός
more acclaimed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The acclaimed author's latest novel received rave reviews from critics.
Το τελευταίο μυθιστόρημα του αναγνωρισμένου συγγραφέα έλαβε θερμές κριτικές.
Λεξικό Δέντρο
acclaimed
acclaim



























