Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cognitively impaired
/kˈɑːɡnɪtˌɪvli ɪmpˈɛɹd/
cognitively impaired
01
γνωστικά μειωμένος, με γνωστικές δυσκολίες
having difficulties with cognitive functions such as memory, learning, problem-solving, or understanding due to a developmental disorder, injury, or condition
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most cognitively impaired
συγκριτικός βαθμός
more cognitively impaired
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The cognitively impaired child enjoys sensory activities that stimulate their cognitive development in a therapeutic setting.
Το παιδί με γνωσιακές διαταραχές απολαμβάνει αισθητηριακές δραστηριότητες που διεγείρουν τη γνωστική του ανάπτυξη σε ένα θεραπευτικό περιβάλλον.



























