Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cognitively impaired
01
γνωστικά μειωμένος, με γνωστικές δυσκολίες
having difficulties with cognitive functions such as memory, learning, problem-solving, or understanding due to a developmental disorder, injury, or condition
Παραδείγματα
The cognitively impaired child enjoys sensory activities that stimulate their cognitive development in a therapeutic setting.
Το παιδί με γνωσιακές διαταραχές απολαμβάνει αισθητηριακές δραστηριότητες που διεγείρουν τη γνωστική του ανάπτυξη σε ένα θεραπευτικό περιβάλλον.



























