amputated
am
ˈæm
ām
pu
pjʊ
pyoo
ta
teɪ
tei
ted
tɪd
tid

Ορισμός και σημασία του "amputated"στα αγγλικά

01

ακρωτηριασμένος, κομμένος

(of a body part) surgically removed or missing due to injury or medical condition 
amputated definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most amputated
συγκριτικός βαθμός
more amputated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The amputated leg required a prosthetic to restore mobility. 

Το ακρωτηριασμένο πόδι απαιτούσε μια προσθετική για την αποκατάσταση της κινητικότητας.

Λεξικό Δέντρο

amputated
amputate
amput
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store