Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
snail-paced
01
αργός σα σαλιγκάρι, σε ρυθμό χελώνας
moving or progressing very slowly
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most snail-paced
συγκριτικός βαθμός
more snail-paced
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He found it difficult to tolerate the snail-paced bureaucracy of the government office.
Βρήκε δύσκολο να ανεχτεί τη βραδέως κινούμενη γραφειοκρατία του κυβερνητικού γραφείου.



























