Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Backward compatibility
01
αναδρομική συμβατότητα, συμβατότητα με προηγούμενες εκδόσεις
the ability of a newer version of a video game console to play games designed for its previous model or generation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The PlayStation 5 has backward compatibility, so I can still play my PlayStation 4 games on it.
Το PlayStation 5 έχει προς τα πίσω συμβατότητα, οπότε μπορώ ακόμα να παίζω τα παιχνίδια μου για PlayStation 4 πάνω του.
LanGeek



























