Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Handheld game console
01
φορητή κονσόλα παιχνιδιών, χειρός κονσόλα παιχνιδιών
a portable electronic device designed for playing video games on the go, typically equipped with a screen and gaming controls integrated into the device
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
handheld game consoles
Παραδείγματα
He always carries his handheld game console with him when he travels.
Πάντα κουβαλάει το φορητό παιχνιδομηχανή του όταν ταξιδεύει.



























