Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jetton
01
τζέτον, token
a small, round, flat piece or token used as a form of currency in various games, especially in gambling and board games
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jettons
Παραδείγματα
She collected the jettons as she advanced through the board game.
Συγκέντρωσε τα τζέτον καθώς προχωρούσε στο επιτραπέζιο παιχνίδι.



























