jete
je
ʒə
zhē
te
ˈteɪ
tei
praypliewheyshay
jeté

Ορισμός και σημασία του "jete"στα αγγλικά

01

ένα μεγάλο άλμα στο μπαλέτο όπου πηδάει κανείς στον αέρα με το ένα πόδι μπροστά και το άλλο πίσω

a big jump in ballet where one leaps into the air with one leg forward and the other leg back 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jetés
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store