Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to jettison
01
πετώ στη θάλασσα, ελαφρύνω το φορτίο
to deliberately throw cargo, equipment, or other items from a vessel or aircraft in an emergency or to lighten the load
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jettison
γ΄ ενικό πρόσωπο
jettisons
ενεστώτα μετοχή
jettisoning
απλός αόριστος
jettisoned
παθητική μετοχή
jettisoned
Παραδείγματα
Emergency supplies were jettisoned over the disaster zone.
Τα έκτακτα αναγκαία είδη πετάχτηκαν πάνω από τη ζώνη της καταστροφής.
02
απορρίπτω, εγκαταλείπω
to reject or let go of a person, idea, or possession that is considered unnecessary
Παραδείγματα
The candidate jettisoned controversial policies to gain broader support.
Ο υποψήφιος απέρριψε αμφιλεγόμενες πολιτικές για να κερδίσει ευρύτερη υποστήριξη.



























