to jettison
je
ˈʤɛ
je
tti
ti
son
sən
sēn

Ορισμός και σημασία του "jettison"στα αγγλικά

to jettison
01

πετώ στη θάλασσα, ελαφρύνω το φορτίο

to deliberately throw cargo, equipment, or other items from a vessel or aircraft in an emergency or to lighten the load 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jettison
γ΄ ενικό πρόσωπο
jettisons
ενεστώτα μετοχή
jettisoning
απλός αόριστος
jettisoned
παθητική μετοχή
jettisoned
Παραδείγματα
The crew had to jettison excess fuel to stabilize the aircraft. 

Το πλήρωμα έπρεπε να απορρίψει το πλεονάζον καύσιμο για να σταθεροποιήσει το αεροσκάφος.

02

απορρίπτω, εγκαταλείπω

to reject or let go of a person, idea, or possession that is considered unnecessary 
Παραδείγματα
The company jettisoned its outdated software platform. 

Η εταιρεία απέρριψε την απαρχαιωμένη πλατφόρμα λογισμικού της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store