Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
LDTV
01
Τηλεόραση χαμηλής ανάλυσης, Τηλεοπτικό σύστημα χαμηλής ανάλυσης
a television system or display format that provides a lower resolution and less detailed image compared to SD or HD formats
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
LDTVs
Παραδείγματα
My grandparents are used to their old LDTV, so they don't see the need for an upgrade just yet.
Οι παππούδες μου είναι συνηθισμένοι στο παλιό τους LDTV, οπότε δεν βλέπουν την ανάγκη για αναβάθμιση ακόμη.



























