nerf
nerf
nɜ:f
nēf
turfserf

Ορισμός και σημασία του "nerf"στα αγγλικά

01

νεράφω

the act of reducing the power or effectiveness of a weapon, ability, or strategy in order to balance or improve gameplay 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
nerfs
Παραδείγματα
The latest update includes a nerf to the sniper rifle, making it less powerful. 

Η τελευταία ενημέρωση περιλαμβάνει ένα nerf στο τουφέκι ελεύθερου σκοπευτή, κάνοντάς το λιγότερο ισχυρό.

to nerf
01

αποδυναμώνω, νερφάρω

to weaken a game mechanic, ability, or character to reduce its effectiveness 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
nerf
γ΄ ενικό πρόσωπο
nerfs
ενεστώτα μετοχή
nerfing
απλός αόριστος
nerfed
παθητική μετοχή
nerfed
Παραδείγματα
The devs nerfed that weapon in the last patch. 

Οι προγραμματιστές nerf αυτό το όπλο στο τελευταίο patch.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store