nepotism
ne
ˈnɛ
ne
po
ti
ˌtɪ
ti
sm
zəm
zēm

Ορισμός και σημασία του "nepotism"στα αγγλικά

01

νεποτισμός

favoritism shown to relatives, especially in granting jobs, promotions, or other advantages 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The manager consistently promoted her daughter over more qualified candidates, demonstrating clear nepotism within the organization. 

Ο διαχειριστής προώθησε σταθερά την κόρη του αντί για πιο κατάλληλους υποψηφίους, επιδεικνύοντας σαφή νεποτισμό εντός του οργανισμού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

nepotism
nepot
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store