Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sniglet
01
sniglet, παιχνιδιάρικη επινοημένη λέξη
a playful, made-up word used to describe something for which there is no existing term, often adding humor and creativity to language
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sniglets



























