lexifier
Pronunciation
/lˈɛksɪfˌaɪɚ/

Ορισμός και σημασία του "lexifier"στα αγγλικά

01

λεξικοποιητική γλώσσα, κύρια γλώσσα πηγή

the main language that makes it difficult to learn or understand a simplified language that developed from a mix of different languages
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lexifiers
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store